Λύσεις στο πρόβλημα της υπογονιμότητας

Υψηλά ποσοστά επιτυχίας υπόσχονται νέες μέθοδοι που εφαρμόζονται και αυξάνουν τις πιθανότητες για τη γέννηση υγιούς μωρού

Ρεπορτάζ: Μαίρη Κατσανοπούλου

Ένα στα πέντε νιόπαντρα ζευγάρια δεν μπορεί να κάνει παιδί, γεγονός που διαταράσσει συχνά τη ζωή του. Οι λόγοι διαγιγνώσκονται στο 80% των περιπτώσεων, ενώ στις υπόλοιπες παραμένουν σκοτεινοί.

Η επιστήμη σήμερα έχει τη δυνατότητα να παρέμβει στα περισσότερα ζευγάρια και να τους χαρίσει το

πολυπόθητο μωρό στις 7 έως 8 στις 10 περιπτώσεις.

Παλαιότερες και νέες μέθοδοι συνδυάζονται για να αυξήσουν τις πιθανότητες για αίσιο αποτέλεσμα.

Οι θεραπείες στον άνδρα

Η θεραπεία της υπογονιμότητας στον άνδρα εξαρτάται από το αίτιο που την προκαλεί. «Εάν διαπιστωθεί πρωτοπαθής ορχική ανεπάρκεια (πλήρης αζωοσπερμία), απαιτείται σπέρμα δότη», λέει ο καθηγητής κ. Μεσσήνης. «Η παρακέντηση του όρχεος για ανεύρεση σπέρματος έχει φανεί ότι δεν αποδίδει και τραυματίζει την περιοχή».

Αυτές οι περιπτώσεις, όμως, αφορούν λιγότερο του 5% των ανδρών με υπογονιμότητα. Στο υπόλοιπο 95%, οι διαταραχές του σπέρματος αντιμετωπίζονται. «Εάν πρόκειται για ελαφρές διαταραχές, συνιστάται ενδομήτρια σπερματέγχυση», εξηγεί ο καθηγητής Μαιευτικής και Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας κ. Ιωάννης Μεσσήνης. «Έχει προηγηθεί επεξεργασία του σπέρματος στο εργαστήριο, για να συγκεντρωθούν τα σπερματοζωάρια με καλή κινητικότητα και να αποκλεισθούν τα υπόλοιπα».

Στις αρκετά σοβαρές διαταραχές του σπέρματος, η λύση είναι σήμερα η μικρογονιμοποίηση (ΙCSΙ). «Γίνεται λήψη ωαρίου από τη γυναίκα, στο οποίο εγχέεται ένα σπερματοζωάριο με ειδικό σύστημα μικροπιπετών (λεπτών βελονών)», περιγράφει ο κ. Μεσσήνης.

Στις φλεγμονές των ανδρικών γεννητικών οργάνων, δεν έχει διαπιστωθεί ότι η θεραπεία τους βοηθά στη γονιμότητα του ζευγαριού. «Αν και χορηγούμε αντιβιοτικά, αυτά δεν έχει βρεθεί να έχουν αποτέλεσμα στο σπέρμα», λέει ο κ. Μεσσήνης.

«Επίσης, η θεραπεία της κιρσοκήλης δεν λύνει συνήθως το πρόβλημα της υπογονιμότητας που αυτή έχει προκαλέσει. Γι΄ αυτό, συνιστούμε σπερματέγχυση ή εξωσωματική γονιμοποίηση».

Στη μη πρωτοπαθή αζωοσπερμία (κατά την οποία οι όρχεις έχουν τη δυνατότητα να παράγουν σπέρμα, αλλά δεν δέχονται ορμόνες από την υπόφυση), γίνεται θεραπεία με ορμόνες σε ενέσεις, για να προκληθεί σπερματογένεση.

«Μπορεί, όμως, να υπάρχουν ορμόνες και οι όρχεις να παράγουν σπέρμα, αλλά να υπάρχει έλλειψη σπερματικών πόρων ή απόφραξή τους», επισημαίνει ο κ. Μεσσήνης. «Τότε, κάνουμε παρακέντηση των όρχεων για λήψη του σπέρματος και εξωσωματική γονιμοποίησή του».

Οι θεραπείες στη γυναίκα

Σε αρκετά ζευγάρια η θεραπεία είναι αιτιολογική. «Όταν η γυναίκα δεν έχει ωορρηξία (δεν έχει κανονική περίοδο ή δεν έχει καθόλου), γεγονός που αποτελεί τη συχνότερη αιτία υπογονιμότητας στη γυναίκα, η θεραπευτική μέθοδος είναι φαρμακευτική και έχει υψηλά ποσοστά επιτυχίας (60% στο εξάμηνο θεραπείας)», λέει ο κ. Ιωάννης Μεσσήνης.

Όταν η αιτία της υπογονιμότητας είναι η απόφραξη των σαλπίγγων, η παρεμβατική διαδικασία δεν αποτελεί πια κανόνα. «Παλαιότερα, η ενδεδειγμένη απόφαση ήταν η πλαστική σαλπίγγων για τη διάνοιξή τους», εξηγεί ο κ. Μεσσήνης. «Σήμερα, συζητάμε ένα τέτοιο ενδεχόμενο μόνο όταν η γυναίκα είναι νέα και οι σάλπιγγες καλές και εφαρμόζουμε τη διάνοιξη μόνο με λαπαροσκόπηση. Εάν η γυναίκα είναι μεγαλύτερη των 35 χρόνων και οι σάλπιγγες δεν είναι πολύ καλές, συνιστούμε εξ αρχής εξωσωματική γονιμοποίηση». Στην περίπτωση της ενδομητρίωσης (δηλαδή, την ύπαρξη εστιών ενδομητρίου στις ωοθήκες, στις σάλπιγγες κ.α.), η χειρουργική παρέμβαση εξαρτάται από τις συνέπειες που έχει προκαλέσει η νόσος στο γεννητικό σύστημα της γυναίκας. «Μόνον όταν υπάρχουν μεγάλες κύστεις στις ωοθήκες ή συμφύσεις που καλύπτουν τις σάλπιγγες, προχωράμε σε επέμβαση», επισημαίνει ο κ. Μεσσήνης. «Εάν η γυναίκα πάσχει από ελαφρά ενδομητρίωση, δοκιμάζουμε την ενδομήτρια σπερματέγχυση για διάστημα έως έξι μήνες και μετά συνιστούμε εξωσωματική γονιμοποίηση».

Εάν ο τράχηλος της μήτρας της γυναίκας εκκρίνει βλέννα κακής ποιότητας, οι επιστήμονες συνιστούν ενδομήτρια σπερματέγχυση. «Στις περιπτώσεις ανεξήγητης υπογονιμότητας της γυναίκας, εάν αυτή είναι νέα, μπορεί να περιμένει για ένα έως δύο χρόνια», συμβουλεύει ο κ. Μεσσήνης. «Μετά, πρέπει να γίνεται ενδομήτρια σπερματέγχυση για μερικούς κύκλους. Εάν δεν υπάρξει επιτυχία, τότε το ζευγάρι θα πρέπει να προχωρήσει σε εξωσωματική γονιμοποίηση. Εάν, όμως, η γυναίκα είναι μεγαλύτερη από 35-40 χρόνων, το καλύτερο είναι να οδηγηθεί κατευθείαν στην εξωσωματική γονιμοποίηση (ΙVF)».

Τα ποσοστά επιτυχίας της ενδομήτριας σπερματέγχυσης (που γίνεται ως διαδικασία εξωτερικού ιατρείου, χωρίς καμία αναισθησία), είναι 10-15% σε κάθε κύκλο. Τα ποσοστά επιτυχίας στην εξωσωματική γονιμοποίηση (που γίνεται με φαρμακευτική διέγερση των ωοθηκών, ωοληψία με υπερήχους και γονιμοποίηση στο εργαστήριο) είναι κατά μέσον όρο 25-30%. Στις ηλικίες μετά τα 35 χρόνια, τα ποσοστά αυτά μειώνονται και φθάνουν σε επίπεδα κάτω του 5% ανά κύκλο μετά την ηλικία των 40.

Αυξάνονται οι προσπάθειες εξωσωματικής σε Ελλάδα και Ευρώπη

Δεκατέσσερις χιλιάδες προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης (κύκλοι, όπως τις ονομάζουν οι γυναικολόγοι) γίνονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα. Πανευρωπαϊκά- σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ανθρώπινης Αναπαραγωγής- γίνονται 400.000 προσπάθειες γονιμοποίησης τον χρόνο (τα στοιχεία δημοσιεύθηκαν το 2007 και αναφέρονται στο 2003). Αφορούν την εξωσωματική γονιμοποίηση με την κλασική μέθοδο και με τη μικρογονιμοποίηση.

«Παρατηρείται κάθε χρόνο, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε όλη την Ευρώπη, μια αύξηση του αριθμού των κύκλων τεχνητής γονιμοποίησης», παρατηρεί ο καθηγητής κ. Μεσσήνης.

Οι νέες επιστημονικές τάσεις

Μικρότερη φαρμακευτική διέγερση των ωοθηκών και μεταφορά λιγότερων εμβρύων για εμφύτευση στη μήτρα είναι οι νέες επιστημονικές τάσεις στην εξωσωματική γονιμοποίηση, οι οποίες προλαμβάνουν τις επιπλοκές στη γυναίκα και τα παιδιά.

«Τα τελευταία χρόνια, δίνουμε όσο το δυνατόν λιγότερα φάρμακα κατά την εξωσωματική γονιμοποίηση, με σκοπό την ήπια διέγερση των ωοθηκών», τονίζει ο κ. Μεσσήνης. «Δεν θεωρείται πλέον επιτυχημένη διαδικασία η λήψη πολλών ωαρίων (π.χ. 15), καθώς υπάρχει ο κίνδυνος από το σύνδρομο υπερδιέγερσης των ωοθηκών. Σήμερα, λαμβάνουμε από τη γυναίκα λιγότερα από 10 ωάρια».

Λιγότερα είναι και τα έμβρυα που εμφυτεύονται».

«Παλιά, εμφυτεύαμε δύο ή και τρία έμβρυα», εξηγεί ο κ. Μεσσήνης. «Σήμερα, όταν η γυναίκα είναι νέα, εμφυτεύουμε μόνο ένα. Με τη βελτίωση των εργαστηριακών συνθηκών και τεχνικών, εάν επιλεγεί ένα καλό έμβρυο, τα ποσοστά κυήσεων είναι ίδια με αυτά στις εμφυτεύσεις δύο και τριών εμβρύων. Παράλληλα, αποφεύγουμε τις πολύδυμες κυήσεις, που θεωρούνται επιπλοκή της μεθόδου και μειώνουμε το ποσοστό υπερδιέγερσης των ωοθηκών».

Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ανθρώπινης Αναπαραγωγής δείχνουν ότι περίπου 24% των κυήσεων από εξωσωματική γονιμοποίηση είναι πολύδυμες. Στις πολύδυμες κυήσεις αυξάνονται τα ποσοστά κινδύνων κατά την εγκυμοσύνη, πρόωρων τοκετών και παραμονής των νεογνών στις μονάδες εντατικής παρακολούθησης.

1. Κατάψυξη ωαρίων

Η μέθοδος που υπόσχεται πολλά για το μέλλον ονομάζεται κατάψυξη ωαρίων με τη μέθοδο virtification. «Είχαν γίνει και παλαιότερα (εδώ και είκοσι χρόνια) προσπάθειες για κατάψυξη ωαρίων, αλλά τότε η μέθοδος κατέστρεφε τα ωάρια λόγω της δημιουργίας κρυστάλλων», λέει ο κ. Μεσσήνης. «Με τη νέα τεχνική, αποφεύγεται η δημιουργία κρυστάλλων και τα ωάρια επιβιώνουν σε ποσοστό 50%60%».

Η μέθοδος αυτή, που έχει αρχίσει να γίνεται πειραματικά και στην Ελλάδα, δίνει τη δυνατότητα σε γυναίκες με καρκίνο (όχι μόνο ωοθηκών), που πρόκειται να υποβληθούν σε χημειοθεραπεία, να διατηρήσουν τα ωάριά τους και να τα χρησιμοποιήσουν αργότερα για γονιμοποίηση.

«Το θέμα που αναμένεται σύντομα να τεθεί, είναι αν θα επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί η μέθοδος από νέες υγιείς γυναίκες που θέλουν να διατηρήσουν τα ωάριά τους για να τα γονιμοποιήσουν αργότερα, π.χ. όταν έχουν κάνει την καριέρα τους», επισημαίνει ο κ. Μεσσήνης.

● Μια άλλη μέθοδος που έχει επίσης δοκιμαστεί για τον ίδιο σκοπό, είναι η κατάψυξη ωοθηκικού ιστού ύστερα από αφαίρεση τμήματος των ωοθηκών. Όταν η γυναίκα ιαθεί από τον καρκίνο και θέλει να αποκτήσει παιδί, μπορεί να αποψυχθεί ο ωοθηκικός ιστός και να ωριμάσουν τα κύτταρά του στο εργαστήριο (ΙVΜ). «Η μέθοδος αυτή γίνεται δοκιμαστικά και μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις», λέει ο κ. Μεσσήνης. «Είναι δυνατό, όμως, να συνδυαστεί με την κατάψυξη ωαρίων».

Τέλος, για τις περιπτώσεις γυναικών χωρίς ωοθήκες, έχουν γίνει- λίγες διεθνώς- μεταμοσχεύσεις ωοθηκών.

2. Η εμβρυομεταφορά στο στάδιο της βλαστοκύστης

Στην κλασική διαδικασία της εξωσωματικής γονιμοποίησης, η εμβρυομεταφορά γίνεται 2 ή 3 ημέρες μετά την ωοληψία. Μια νέα άποψη πρεσβεύει ότι είναι καλύτερο να παραμένουν τα έμβρυα στο εργαστήριο έως και την 5η ή 6η ημέρα, ώστε να γίνονται βλαστοκύστη (αρχόμενη ή ολοκληρωμένη).

«Τα αποτελέσματα αυτής της τεχνικής, που έχει δοκιμαστεί τα τελευταία χρόνια, φαίνεται ότι είναι σχεδόν ίδια με αυτά της κλασικής μεθόδου», σχολιάζει ο κ. Μεσσήνης. «Έτσι, χρησιμοποιούμε αυτή την τεχνική μόνο για δύσκολες περιπτώσεις, στις οποίες έχουν υπάρξει επανειλημμένες αποτυχίες».

3. Προεμφυτευτική διάγνωση

Όταν υπάρχουν στην οικογένεια κληρονομικά νοσήματα, δίνεται η δυνατότητα της προεμφυτευτικής διάγνωσής τους στο έμβρυο (ΡGD). Η μέθοδος μπορεί να ανακαλύψει μονογονιδιακά νοσήματα (όπως η μεσογειακή αναιμία και η κυστική ίνωση), χρωμοσωμικές ανωμαλίες και φυλοσύνδετα νοσήματα (αιμορροφιλία κ.α.).

«Παίρνουμε 2 από τα 8 κύτταρα που έχει το έμβρυο που αναπτύσσεται στο εργαστήριο, κατά την τρίτη ημέρα από την ωοληψία», περιγράφει τη διαδικασία ο κ. Μεσσήνης. «Σε αυτά κάνουμε τον έλεγχο για να διαπιστώσουμε αν το έμβρυο πάσχει από τη νόσο ή όχι και, αναλόγως, είτε να το απορρίψουμε είτε να το μεταφέρουμε. Το έμβρυο δεν φαίνεται να επηρεάζεται από την αφαίρεση αυτών των κυττάρων, γιατί δεν έχει αρχίσει να αναπτύσσει όργανα και τα κύτταρά του είναι ολοδύναμα».

Αυτή η μέθοδος δεν είναι επιστημονικώς αποδεκτή για την επιλογή φύλου του παιδιού που δεν αφορά ιατρικούς λόγους.

Ο πρόεδρος της Ελληνικής Μαιευτικής και Γυναικολογικής Εταιρείας καθηγητής κ. Ι. Μεσσήνης

Για να αυξήσετε τις πιθανότητες να αποκτήσετε παιδί

1. Να αρχίσετε τις προσπάθειες όταν η γυναίκα βρίσκεται στην ηλικία 20-30 ή έστω 35 χρόνων

2. Να μην καπνίζει και ο άνδρας και η γυναίκα

3. Ο άνδρας να αποφεύγει οποιοδήποτε τοξικό περιβάλλον

4. Η γυναίκα να μην έχει πολύ χαμηλό ή πολύ αυξημένο βάρος

5. Να αποφεύγετε τις εκτρώσεις και να μη χρησιμοποιείτε ποτέ ενδομήτριο σπείραμα

6. Να αποφεύγετε το χρόνιο και έντονο στρες

Αναδημοσίευση από τα Νέα.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmailby feather

Facebook

Get the Facebook Likebox Slider Pro for WordPress